Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα

Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα

Η νεαρή διηγηματογράφος και ποιήτρια μιλάει στην Popaganda για το Φαμιλιάλ, τα παραμύθια και την αληθινή αλήθεια.

Η Στέργια Κάββαλου έχει έντονο βλέμμα. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρείς επάνω της. Όταν μιλάς μαζί της γρήγορα καταλαβαίνεις ότι έχει κι άλλες ιδιαιτερότητες. Γράφει διηγήματα, ποιήματα και παραμύθια, έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση, τη δημοσιογραφία και αυτή την περίοδο ολοκληρώνει το cultural managment μεταπτυχιακό του Παντείου Πανεπιστημίου. Αρνείται να βάλει ταμπέλα εξειδίκευσης στον εαυτό της άλλωστε αυτό που θέλει είναι να γράφει. Κι αυτό κάνει.

Σε μια έκθεση του δημοτικού είχα γράψει

 

«όταν μεγαλώσω θα γίνω μεταφράστρια για να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου και να μπορώ να παίρνω την μετάφραση μου παντού». Στην ουσία να γράφω ήθελα αλλά διάλεξα την μετάφραση για να προσεγγίσω σιγά σιγά τον στόχο μου.

Σε μια έκθεση του δημοτικού είχα γράψει

 

«όταν μεγαλώσω θα γίνω μεταφράστρια για να μην έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου και να μπορώ να παίρνω την μετάφραση μου παντού». Στην ουσία να γράφω ήθελα αλλά διάλεξα την μετάφραση για να προσεγγίσω σιγά σιγά τον στόχο μου.

Έκανα αγγλικά και γαλλικά από πολύ μικρή ηλικία,

 

εκεί γύρω στα τέσσερα, κι από τότε έπαιρνα τα παραμύθια μου ή τα μικρά λογοτεχνικά κείμενα που μου έδινε η δασκάλα μου και έκανα τις δικές μου μεταφράσεις. Τα έχω κρατήσει αυτά.

Είχα από μικρή κάτι το διπολικό.

 

Υπήρχε μια ιδιαίτερα μοναχική πλευρά που καλυπτόταν με την ενασχόληση μου με τα κείμενα και υπήρχε και μια άλλη πλευρά ισχυρά κοινωνική κι έτσι μου άρεσε να σκηνοθετώ παραστάσεις στη γειτονιά και γενικά να κάνω τον αρχηγό. Μου βγαίνει όλο αυτό σε παρουσιάσεις παιδικών βιβλίων που κάνουμε είτε σε σχολεία είτε σε βιβλιοπωλεία γιατί εκεί κάνουμε και θεατρικό παιχνίδι. Εμένα μου αρέσει να γράφω, αλλά δεν σταματούν και οι περιφερειακές ασχολίες δηλαδή το «Αλτσχάιμερ Trance» θα ανέβει ως θεατρικό του χρόνου ενώ τελείωσα και μια μετάφραση πρόσφατα.

Αγαπώ πάρα πολύ τα παιδάκια.

 

Πολλοί μου λένε ότι τους φαίνεται αντιφατικό το γεγονός ότι γράφω και για ενήλικες και για μικρούς. Με συγκινεί η πρώτη ηλικία των ανθρώπων και με συγκινεί και η προχωρημένη ηλικία των ανθρώπων και γι’ αυτό σε αρκετά διηγήματά μου οι πρωταγωνιστές είναι ηλικιωμένοι ή παιδιά. Κι εγώ παιδάκι είμαι. Μη νομίζεις ότι έχω μεγαλώσει. Φαίνεται και στο ντύσιμο μου, τώρα περνάω την grunge φάση.

Η μοναδική υποχρέωση στο παιδικό είναι να υπάρχει κάποιου τύπου happy end.

 

Βέβαια επειδή εμένα δεν μου πάνε τα τυπικά happy end, διαλέγω να γράψω ένα τέλος από το οποίο να βγαίνει δύναμη. Τα παιδιά συμμετέχουν πάρα πολύ. Μου έλεγε ένα κοριτσάκι γύρω στα 7-8. σε μια παρουσίαση που έκανα στα Χανιά «Ήταν η καλύτερη μέρα όλης μου της ζωής». Αυτό που ξεχωρίζει τα δικά μου παραμύθια από τα κλασικά είναι ότι οι ήρωες μου είναι πιο ευτελείς, πχ μια πινέζα και όχι μια πριγκιποπούλα. Βέβαια πουλάει πολύ το γκλίτερ και γι’ αυτό ήταν ένα ρίσκο στην εικονογράφηση του «Τα χρώματα αλλιώς» που ήταν ασπρόμαυρη κι έπαιζε μόνο με ένα χρώμα. Ήταν η ιστορία που έπρεπε να κρατήσει το παιδί και όχι η εικονογράφηση.

Το παιδί είναι συνένοχος σου.

 

Έτσι νιώθω και για τις γιαγιάδες και για τους παππούδες. Έχουν ένα μυστήριο, μια μαγεία και μου αρέσει να καταπιάνομαι μαζί τους. Μ’ ενδιαφέρει να μιλάω μαζί τους και το κάνω, όπως και μπορώ να κάτσω και να μιλήσω με ένα δίχρονο. Δεν με αφορά τόσο η ζωή ενός μεσήλικα. Θα κάτσω να τον ρωτήσω σε τριάντα χρόνια για το τι έχει περάσει. Η αδυναμία που έχει ένα παιδί, που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει μόνο του, καθώς και η αδυναμία που έχει ένας μεγάλος, που ξαναγίνεται παιδί, είναι κάτι που με ενδιαφέρει.

Στο πρώτο μου βιβλίο είχα στο μυαλό μου τον τίτλο «Αλτσχάιμερ Trance»

 

και μετά έκατσα κι έγραψα τα διηγήματα πρίμα βίστα. Δεν χρονοτριβώ, δεν επιστρέφω, δεν διορθώνω. Δεν ξέρω βέβαια, ίσως είναι κακό αυτό. Κάπως γρήγορα έγινε όλο αυτό. ΣτιςΕκδόσεις Τετράγωνο απευθύνθηκα γιατί διάβασα στο site τους ότι τους ενδιαφέρει η μικρή φόρμα. Έστειλα το βιβλίο ηλεκτρονικά και πήρε το οκ για δημοσίευση.

Οι εκδότες δεν πλασάρουν καλά τα διηγήματα.

 

Δεν τα πιστεύουν και οι ίδιοι γιατί σκέφτονται πώς θα δικαιολογήσουν τα λεφτά τους. Ξέρουν ότι το τούβλο μπορούν να το κοστολογήσουν 15 ευρώ, τη συλλογή που κατά βάση δεν είναι πολυσέλιδη δεν ξέρουν πώς να την προωθήσουν. Νομίζω ότι με ενδιαφέρει μόνο η μικρή φόρμα. Είμαι όμως ανήσυχη και επειδή θεωρώ ότι η γραφή είναι παιχνίδι μπορεί να γράψω κάτι πολύ διαφορετικό στο μέλλον π.χ. ένα αστυνομικό. Θα ήθελα να δοκιμάσω πολλά πράγματα. Ποίηση δε θέλω να ξαναβγάλω. Ήθελα να βγάλω μία συλλογή. Μου έλεγαν όλοι «μη το κάνεις. πού πας και μπλέκεις;» αλλά εγώ ένιωθα πολύ σίγουρη για το κείμενο και τελικά με την «Πλαστική Άνοιξη» ήμουν υποψήφια για το Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη 2014.

Το πιο ωραίο είναι να ανακαλύψεις τυχαία κάποιον συγγραφέα.

 

Από Έλληνες ξεχωρίζω τη Μαρία Φακίνου, τη Βάσια Τζανακάρη και τη Κωνσταντίνα Τασσοπούλου που έχουν ασχοληθεί και με το διήγημα. Από ποιητές αγαπώ τον Γιάννη Κοντό και τον Γιώργο Μαρκόπουλο.

Έχει δημιουργηθεί μια σύγχρονη γενιά λογοτεχνών.

Κάνουμε παρέα, γνωριστήκαμε και με αφορμή το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ, και διαβάζουμε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι σημαντικό. Θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικό να διαβάζεις τους συγχρόνους σου, να σε νοιάζει τι συμβαίνει τώρα και να το στηρίζεις. Να μην είσαι σνομπ, να μην είσαι στον κόσμο σου.

Λατρεύω τον James Joyce 

 

κι όταν είχα πάει πέρσι στο Δουβλίνο, διάβασα τουςΔουβλινέζους στα αγγλικά. Ήμουν εκεί, ήμουν μέσα στη γλώσσα και το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Μπορεί να ακουστεί περίεργο αλλά όταν βρίσκομαι σε άλλη χώρα δεν μπορώ να διαβάσω στα ελληνικά. Κι εδώ αντίστοιχα δεν διαβάζω στα γαλλικά και στα αγγλικά. Δεν ξέρω τι με πιάνει, νιώθω ότι πνίγομαι. Ο Chekhov ήταν ο κορυφαίος των διηγηματογράφων, μεταξύ των κλασικών, ενώ σπουδαίος διηγηματογράφος από τη νέα γενιά είναι ο Ισραηλινός Etgar Keret. Είμαι πολύ προβληματισμένη για το τι θα πει τώρα σχετικά με τους βομβαρδισμούς στη Γάζα. Θεωρώ ότι είναι ο πιο δυνατός διηγηματογράφος που υπάρχει αυτή τη στιγμή κι ενώ μιλάει πολύ για την περιοχή του είναι οικουμενικός. Επίσης μου αρέσουν πολύ οι τίτλοι που επιλέγει.

Νομίζω ότι στο διήγημα η μισή δουλειά είναι ο τίτλος.

 

Με έχουν κατηγορήσει ότι χρησιμοποιώ πολύ τα αγγλικά αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Στο Φαμιλιάλ έχω ένα διήγημα που όταν δημοσιεύθηκε στη Metropolis είχε ονομαστεί Επόμενος σταθμός: Μοναστηράκι γιατί μου είχε ζητηθεί να υπάρχει η λέξη Μοναστηράκι στον τίτλο. Όμως στο βιβλίο υπάρχει ως Morning glory. Αυτό μου ταίριαζε. Αυτό ήταν το σωστό, για εμένα. Είναι τέχνη να βρεις τον σωστό τίτλο. Ναι, το παραδέχομαι. Έχω εμμονή με τους τίτλους.

Με ενδιαφέρει η μυστική ζωή που μπορεί να έχει κάποιος στο κεφάλι του

 

την οποία μπορώ να υποψιαστώ από κάποια κίνηση που θα κάνει, από ένα βλέμμα, τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Αυτά που γράφω δεν είναι τόσο περιγραφικά, είναι συμπυκνωμένη η ιστορία. Είχα μάλιστα δει κάποιον που είχε κάνει στάμπα στη μπλούζα του μια φράση που είχα γράψει «Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα» κι αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Ο συγγραφέας, κι ακόμη περισσότερο ο ποιητής, παρατηρεί τις πολλές πραγματικότητες 

και βγάζει τη μία, την αληθινή αλήθεια. Ο λογοτέχνης βγάζει αυτή τη μία απόχρωση που θα συγκινήσει εκατομμύρια κόσμου. Ο ποιητής συλλέγει την αλήθεια του κάθε ένα, που μπορεί να μην είναι σε θέση να την παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, και γεννά το ποίημα.

Γράφουμε από αναγκαιότητα και όχι από γενναιότητα.

Δεν είμαστε τόσο γενναίοι, όσο μας παρουσιάζουν. Υπακούμε στο ένστικτο ή στο τρίτο μας μάτι.

Η συλλογή διηγημάτων «Φαμιλιάλ», της Στέργιας Κάββαλου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι.

drita
dritamezini123@gmail.com