24 ΩΡΕΣ ΜΑΜΑ

24 ΩΡΕΣ ΜΑΜΑ

Τaλκ / 29 Σεπτεμβρίου, 2020

Η συγγραφέας, ποιήτρια και μεταφράστρια Στέργια Κάββαλου μιλάει στο Τaλκ για το εικοσιτετράωρό της ως εργαζόμενης μαμάς της μικρής Μάντης.

Το κινητό μου χτυπάει στις 8:00. Έχω σπάσει πολλά ξυπνητήρια στην προσπάθειά μου να τα κάνω να πάψουν να χτυπούν.  Δεν με παίρνει να αλλάζω κινητό με τον ίδιο ρυθμό. Πατάω αναβολή, μετά άλλη μία και τελικά πηγαίνω στο δωμάτιο της Μάντης για να διαπιστώσω ότι είναι πάλι ξεσκέπαστη και σε όνειρο βαθύ. Φτιάχνω έναν εσπρέσο, κοιτάζω το σκοτεινό σαλόνι και σκέφτομαι ότι δεν θέλω να ανοίξω τα παράθυρα. Αρχίζω, λοιπόν, τα γλυκόλογα τύπου «Μάντη, Μάντη, είσαι ένα διαμάντι» όσο φτάνω και πάλι στο δωμάτιό της.  Αν όμως η μικρή νιώθει ξεκούραστη, ξυπνάει μόνη της στις 8, φωνάζει πάντα «Μαμά!» κι εγώ δεν κάνω τίποτα από τα παραπάνω, απλώς πηγαίνω και αρχίζω τα χαδάκια και τα «τι όνειρο είδες;» Εκείνη πάλι αρχίζει τα «δεν θέλω να πάω σχολείο και δεν θα πάω». Κάθε μέρα δεν θέλει.

Το προνήπιο είναι 200 μέτρα μακριά, εκεί τρώει πρωινό οπότε κάνουμε στα γρήγορα τη ρουτίνα του μπάνιου κι έξω απ’ την πόρτα. Μου αρέσει το τρίλεπτο της διαδρομής. Χαιρετάμε τις γατούλες, τις οποίες φοβάται αφού «δεν πλένουν ποτέ τα δόντια τους», θυμάται να μου πει κάτι που συνέβη στην τάξη χτες ή ακόμα και πέρυσι, φτάνουμε στην εξώπορτα, φοράμε τις μάσκες μας και χτυπάμε το κουδούνι. Η δασκάλα βγαίνει για να την πάρει, αφού η είσοδος στους γονείς έχει από πέρυσι τον Ιούνιο πάψει να επιτρέπεται. Κλαίει, θέλει να μπω κι εγώ για να «παίξουμε μάθημα», το θέλω κι εγώ, αλλά τελικά μπαίνει με τη δασκάλα στο Πανεπιστήμιο, όπως λέει πια την τάξη της. Έχει πάει 9 και κάτι.

Γυρίζω σπίτι, κάποτε κάθομαι στο γραφείο μου, βάζω μουσική, απαντάω στα σχετικά με τα βιβλία μέιλ. Αν έχω μετάφραση ‒το τελευταίο διάστημα συνεργάζομαι κυρίως με τις εκδόσεις Βακχικόν μεταφράζοντας ποιητές απ’ όλον τον κόσμο‒ προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου να συγκεντρωθεί. Ενδιάμεσα μαζεύω κάνα παιχνίδι ‒άδικός κόπος‒ βάζω πλυντήριο, ετοιμάζω κάτι γρήγορο. Δε θα απομακρυνθώ από το Μαρούσι, γιατί μπορεί πάντα να χτυπήσει το τηλέφωνο ότι θα πρέπει να την πάρω. Είναι ακόμα πρώτες μέρες.

13:30 Η δασκάλα με διαβεβαιώνει ότι φαίνεται να νιώθει όλο και καλύτερα και η ίδια ότι «όλη μέρα έκλαιγα γιατί σε ήθελα». Φοράμε τις μάσκες βραχιόλι και καθόμαστε στο παγκάκι της αγκαλιάς, ακριβώς απέναντι από το οποίο είναι ένα ζαχαροπλαστείο. Κάποιες φορές γυρίζουμε με φράουλα ακόμα και στο μέτωπο.

Μέχρι τις 17:00 θα μείνουμε μέσα. Θα δει κάποιο παιδικό για να χαλαρώσει, όπως λέει, αλλά θα το βαρεθεί γρήγορα, θα φάμε κάτι αφού μέχρι τώρα δεν έχει αγγίξει και πολύ το σχολικό μεσημεριανό, θα πλυθούμε αφού ο κορονοϊός δεν μας αφήνει να κάνουμε κι αλλιώς, και μετά θα αρχίσει το γλέντι. Κάρτες, παζλ, ζωγραφική, βιβλία, γέλια, χοροί, που συνοδεύονται από την ερώτηση μου «μήπως να ξαπλώσεις λίγο;» και τη δική της αρνητική απάντηση.

Αν δεν έχει πρόβα με την μπάντα του, τους Fool In The Box, ο μπαμπάς της θα είναι σπίτι στις 17:00. Δεν προλαβαίνει να μπει και τον αρπάζει για παιχνίδι. Εγώ, πάλι, βρίσκω ευκαιρία να πάω στο υπνοδωμάτιο, όπου για καμιά ώρα προσπαθώ να μη σκέφτομαι τίποτα.

Κατά τις 18:30, μόλις πάρει είδηση ότι τα υπόλοιπα παιδιά έχουν βγει στην αυλή, αρχίζει να ψάχνει τα παπούτσια της. Δεν είναι το καλύτερο μου να την κυνηγάω πάνω κάτω. Μπορεί να αποφασίσουν να πλύνουν γοργόνες, να ψαρέψουν με την απόχη από πλαστικούς ανανάδες μέχρι ξεμαλλιασμένες Μπάρμπι ή ό,τι άλλο βάλουν στο παλιό της μπανάκι. Αν δει τη μαμά μου, θα πάρει την τσάντα του πιάνου και θα κάνουν μάθημα στο ωδείο της, που είναι ακριβώς απέναντι από το ισόγειο σπίτι μας. Ξέρει ήδη να παίζει την κλίμακα του ΝΤΟ, ενώ εγώ ψάχνω κονέ με το Μέγαρο Μουσικής.

Αν θέλω να γράψω, η επίβλεψη γίνεται από τον μπαμπά της ή από τη μαμά μου. Δεν πάμε στις κούνιες το απόγευμα, γίνεται της τρελής. Πήγαμε όμως θερινό σινεμά, πήγαμε σε παράσταση μαριονέτας, πήγαμε επίσκεψη στον καλύτερό της φίλο τον Δημητράκη. Και ενώ το καλοκαίρι κοιμόταν μεταξύ 22:00 και 23:00, τώρα ξαναγυρνάμε στο 20:00-21:00. Μια ώρα πριν από τον ύπνο, θα πρέπει να έχει μαζευτεί μέσα, να φτιάξουμε το βραδινό, να δει κάποιο επεισόδιο Μπεν και Χόλι, να κάνει μπάνιο.

21:00 πάνω κάτω, και φοράει τα πιτζαμάκια της για τα οποία γίνονται διαπραγματεύσεις, «όχι, την Πέππα θέλω»«βρε, δεν είναι πλυμένη» κ.λπ. Για τις bedtime stories ανυπομονούμε και οι δύο. Όταν όμως πρέπει να συνεννοηθώ για κάτι, της διαβάσω μόνο ένα βιβλίο και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει ο μπαμπάς. Σπανίως είναι κάτω από τρία. Όταν επιστρέφω για την καληνύχτα, συνήθως μου λέει κάτι σημαντικό όπως ότι φοβάται ότι θα ανοίξει το διαστημόπλοιό της και θα χαθεί στο διάστημα, ότι με αγαπάει μέχρι τα σύννεφα ή μέχρι τον Κρόνο, ότι μόλις περάσει ο κορονοϊός όλοι στην τάξη θα κάνουν πάρτι γενεθλίων.

Σκέφτομαι ότι έχω να βγω χωρίς τη Μάντη από τον Ιούλιο που συνάντησα έξω μια φίλη, αλλά στο δεύτερο κοκτέιλ γύρισα αφού η κόρη με ζητούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Εννοείται πως τα κατάφερε λίγο πριν βάλω το κλειδί στην πόρτα. Υπολογιστής ως αγχολυτικό ή ποδήλατο για όσο διαρκεί κάποιο «Everybody loves Raymond» επεισόδιο. Μου αρέσει που το βράδυ μπορώ να κινούμαι στην ησυχία του σπιτιού κι ας μην κάνω κάτι σπουδαίο. Γύρω στη 1:00, θα πάω στο κρεβάτι και θα ανάψω το φωτάκι ανάγνωσης. Αργώ να το κλείσω. Χρειάζομαι τον χρόνο αυτόν για ανάγνωση. Χρειάζομαι αυτόν τον χρόνο…

Η τελευταία ποιητική συλλογή που έγραψε η Στέργια Κάββαλου έχει τίτλο Ανιμάλε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέλευθος, ενώ το τελευταίο της παραμύθι Εδώ είναι η μαμά! κυκλοφορεί από την Ελληνοεκδοτική.

drita
dritamezini123@gmail.com